Η δημοκρατία, καταφέρνει να συμπυκώνει σε μια μοναδική αφήγηση ένα πραγματικό σωρό από βρωμερές δοξασίες και παραλογισμούς, οι οποίες σαν κακόβουλο καρκίνωμα, σαν επίμονος πρεζάκιας σε φάση παλινδρόμησης, επανέρχονται κάθε τόσο για να μολύνουν την ανθρώπινη πολιτική και φιλοσοφική σκέψη και δράση. Όταν δε η πίστη στη δημοκρατία συναντά την -ολοφάνερη ή λανθάνουσα- αρχαιοπληξία, ο σωρός αποκτά ένα κεφεσκατί χρώμα και την ανάλογη μυρωδιά. Και προσθέτει τον -λανθάνοντα βεβαίως- πατριωτισμό και εθνικισμό στην όλη αηδία.Ο ιερός τόπος για κάθε οπαδό της δημοκρατίας είναι βεβαίως η αρχαία αθήνα.

Κάθε κριτική στην εφαρμοσμένη δημοκρατία θα προκαλέσει μια αναφορά στην ιδανική κατάσταση, το ding an sich της δημοκρατικής ουσίας, το πολίτευμα της αρχάιας αθήνας -ακριβώς όπως και κάθε κριτική στα εγκλήματα του χριστιανισμού προκαλεί, αναπόφευκτα την παραπομπή στο αρχέγονο μοντέλο του Ιησού-επαναστάτη-χίππυ-αγαπησιάρη και κάθε κριτική στην προλεταριακή δικτατορία και τα εγκληματά της θα αποστομωθεί από επικλήσεις σε ατυχείς σταλινικές συγκυρίες.Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από την αρχαία αθήνα. Το γεγονός ότι η δημοκρατία της ήταν αποκλειστικά και μόνο για μια ελάχιστη -και για να μην ξεχνιόμαστε προνομιούχα- μειοψηφία, για τους άνδρες πολίτες δηλαδή, με το 90% περίπου του πληθυσμού της -και σχεδόν 100% της παραγωγικής της δύναμης-, γυναίκες και σκλάβους δηλαδή, να είναι αποκλεισμένο από τη δημοκρατική διαδικασία, συνήθως λειτουργεί ως παρένθεση. «Πρέπει να κρίνουμε με βάση τις συνθήκες της εποχής», απαντάνε οι απολογητές της.

Συμφωνώ. Και εδώ έχουμε την πρώτη βρωμερή δοξασία. Ενάντια σε κάθε λογική, ενάντια σε κάθε ιστορική γνώση, θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι στον αρχαίο κόσμο υπήρχε μόνο η αθήνα, η σπάρτη και ένα δυο ακόμα ελληνικές πόλεις και πόλεις στα παράλια της αφρικής,  ασίας και ιταλίας. Στην υπολοιπη αφρική, σε όλη την ασία, όλη τη βόρεια ευρώπη, στη νότιο και βόρειο αμερική, στην αυστραλία, στην συντριπτική πλειοψηφία του κατοικημένου από το homo sapiens κόσμου, δεν υπήρχαν ανθρώπινες κοινωνίες δηλαδή; Το ότι σύμφωνα με ό,τι μπορούμε να εξάγουμε από την αρχαιολογία και την εθνογραφική βιβλιογραφία, η πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων ζούσε χωρίς σκλάβους, χωρίς εκατόμβες θυμάτων από πολέμους με τους γειτονές τους, χωρίς αρχηγούς εκλεγέντες ή μη, χωρίς να καταστρέφει ανεπανόρθωτα το περιβάλλον της, δε δείχνει αν μη τι άλλο μια ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην αρχαία αθήνα και το υπόλοιπο του κόσμου; Δε θα έπρεπε να μας κάνει να θεωρήσουμε την αθήνα ως ένα βρωμερό απόστημα που αφεθηκε να μολύνει τον υπόλοιπο κόσμο;

Αλλά ας δούμε τα ίδια τα επιτεύγματα της δημοκρατίας της αρχαίας αθήνας ως ιδανικό -έστω και με περιορισμένο πεδίο εφαρμογής- πολίτευμα. Η δημοκρατία τους πήρε -πλειοψηφικά ή ομόφωνα δεν το γνωρίζω- την απόφαση να κάψει την άιγινα και να σφαγιάσει τους κατοίκους της γιατί δεν τους πλήρωναν αρκετό φόρο υποτέλειας. Η δημοκρατία τους τους έμπλεξε σε ένα σωρό πολέμους και όχι όλους αμυντικούς, κατά τους οποίους εγκαινιάστηκε για πρώτη φορά η κατάρα της μαζικής συμμετοχής.

Για να εξηγούμαστε: μέχρι το θρίαμβο της αστικής τάξης και ιδεολογίας το 19ο αιώνα η πλειοψηφία των πολέμων γίνονταν από μισθοφόρους. Με λίγα λόγια: ο άρχοντας που ήθελε σώνει και καλά να πάει να σκοτώσει και να κάψει, έπρεπε να βρει και το χρήμα για να πληρώσει τους στρατιώτες του. Γιατί αν περίμενε από τους χωριάτες και γεωργούς να πολεμήσουν, το πιθανότερο θα ήταν αυτοί να πάρουν τα όπλα και να πλιατσικολογήσουν το παλάτι του σταματώντας μόνο για να απολαύσουν τις χάρες από τις γαλαζοαίματες και τροφαντές θυγατέρες του. Κάτι που περιόριζε κάπως την όλη ανθρώπινη δυστυχία μέχρι που στα πρότυπα της αρχαίας αθήνας και με βοηθό ένα σωρό ύπουλα και σαθρά ιδεολογήματα όπως αυτό του έθνους, η ανθρωπότητα σύρθηκε στους πολέμους μαζικής συμμετοχής, στον 1ο και 2ο παγκόσμιο πόλεμο, όπου χύθηκε πρωτοφανή στα χρονικά ποσότητα αίματος. Το «πλέον κακόγουστο αστείο στην ανθρώπινη ιστορία», ο 1ος παγκόσμιος πόλεμος σηματοδότησε το θρίαμβο της εξαναγκασμένης συναίνεσης. Ποτέ άλλοτε δεν πέθαναν τόσο αναίτια τόσοι άνθρωποι υπερασπίζοντας τα αφεντικά τους.Για να επιστρέψουμε στην αρχαία αθήνα και τη δημοκρατία της. Η ύβρις στο αυθαίρετο θεολογικό της σύστημα, μπορούσε να επιφέρει ακόμα και την ποινή του θανάτου. (Πόσο θλιβερή αντίθεση με τους ανύπαρκτους για το δημοκρατικό σοβινισμό, Πυγμαίους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ωφελιμιστικά και περιπαικτικά κάθε έννοια ιερού). Η μαρτυρία σκλάβου ήταν δεκτή μόνο μετά από βασανιστήρια. Η παράλογη πίστη στην εξουσία της πλειοψηφίας οδηγούσε εξέχοντες φιλόσοφους και πολιτικούς διαφωνούντες στην εξορία και στην εξαναγκασμένη αυτοκτονία. Η αντιληψή τους για τον κόσμο περιοριζόταν στο «πας μη έλλην βάρβαρος». Η καταστροφή του άμεσου φυσικού τους περιβάλλοντος ήταν τέτοια που ανάγκασε τον Πλάτωνα να περιγράφει την αττική ως ένα σκελετό ερημωμένο από την αρρώστεια.Όσο για την κληρονομιά της: οι θαυμαστές τους και μιμητές τους, ρωμαίοι, επέβαλαν τη βαρβαρότητα του τρόπου ζωής της στο 1/3 του κόσμου, σφάζοντας και δωροδοκώντας, εξαλείφοντας κάθε διαφορετική κουλτούρα. Δεν είναι τυχαίο που στην αρχαία αθήνα ανέτρεξαν με σεβασμό τόσο οι ναζί, όσο και η νεοεμφανιζόμενη αστική τάξη ώστε να προλεταριοποιήσει το σύνολο της ανθρωπότητας.Κοντολογής η αθήνα, σε μια εποχή που ακόμα η -πιθανότατα- πλειοψηφία των ανθρώπων ζούσε σε μια σχετική αρμονία με τον φυσικό κόσμο, σε συνθήκες αφθονίας και ισοτιμίας, η αρχαία αθήνα εγκαινίασε -ίσως όχι ιστορικά με την αυστηρή έννοια- τη μαζική χρήση του χρήματος, τον ιμπεριαλισμό, την εξόντωση των αντιφρονούντων, την καταστροφή του περιβάλλοντος και την τάση για πολιτιστικό ιμπεριαλισμό. Με λίγα λόγια: μια κάπως βελτιωμένη βερσιόν της αμερικής.

Κι ωστόσο: το πολιτευμά τους ήταν όντως δημοκρατικό. Οπότε: για ποιο γαμημένο λόγο να θέλει να υπερασπίσει κανείς ένα τέτοιο πολίτευμα; Η απάντηση είναι προφανής όταν πρόκειται για υπερασπιστές της, με δηλωμένα -μεγαλοαστικά-συμφέροντα. Όταν όμως κατατρέχουν σε αυτή ένα σωρό κομμάτια του ριζοσπαστικού χώρου, από αναρχικούς και αυτόνομους μέχρι αριστερούς και κοινωνικούς οικολόγους; Ποιος πολιτισμικός ιος -meme όπως θα έλεγε και ο Dawkins- έχει προκαλέσει μεγαλύτερη βλακεία;

Αλλά ας αφήσουμε την αρχαία αθήνα στον κατουρημένο και αποπατημένο τάφο της και ας δοκιμάσουμε να αναλύσουμε τα ίδια τα δομικά στοιχεία της δημοκρατίας. Η αρχή της πλειοψηφίας ως κυρίαρχο μέσο λήψης αποφάσεων είναι το πλέον ειδειοποιό χαρακτηριστικό της. Για την καταπίεση της μειοψηφίας από την πλειοψηφία έχουν γραφτεί, ειπωθεί και -δυστυχώς- βιωθεί πολλά, το γεγονός ωστόσο, ότι για να αντικρουστούν οι δημοκράτες απολογητές καταφέυγουν στο κατάπτυστο τέχνασμα της ακραίας περίπτωσης δείχνει καλά το μέγεθος του προβλήματος.

Γενικά οι ακραίες περιπτώσεις προβάλονται ως επιχείρημα για την δικαιολόγηση των πλεόν αποτρόπαιων πολιτικών. «Και αν κάποιος τραυματιστεί πέφτοντας από το μονοπάτι;» είναι η ερώτηση που προηγείται συνήθως ενός δρόμου, μερικών ξενοδοχείων και αρκετών beach bar. Στη βάση τους δε διαφέρουν από το αίτημα για ασφάλεια. Παραβλέποντας ότι η μόνη απόλυτα ασφαλής ανθρώπινη συνθήκη είναι αυτή του θανάτου, καλλιεργούν τον φόβο και προτείνουν την ασφάλεια μέσω διαδικασιών που παράγουν ένα πλήρως εχθρικό για τη ζωή περιβάλλον. Όταν λοιπόν οι απολογητές της δημοκρατίας αναφερθούν στην περίπτωση της μειοψηφίας που θέλει να διατηρήσει το δικαιωμά της να βιάζει ή να χτίσει πυρηνικό εργοστάσιο κτλ κτλ ουσιαστικά εμπορεύονται ασφάλεια. Αλλά «για να ζήσει κανείς σε αυτόν τον επικίνδυνο κόσμο, ζει επικίνδυνα». Δεν υπάρχει τρόπος πλήρους ασφάλειας και εξασφάλισης - κάθε διαδικασία που επιδιώκει κάτι τέτοιο είναι εξορισμού εκτρωματική και θανατηφόρα. Υποσχόμενες την αντιμετώπιση και των πιο απίθανων ενδεχόμενων οι διαδικασίες έχουν ως τίμημα την εξόντωση όλων των υπόλοιπων ενδεχομένων και οι συνολικές τους λύσεις μοιάζουν εξαιρετικά με τις ναζιστικές τελικές λύσεις.

Η ίδια η αναφορά σε μειοψηφίες που θα απαιτούν τόσο εχθρικά για την υπόλοιπα κοινότητα δικαιώματα, βάζει ως προυπόθεση την απουσία της ίδιας της κοινότητας. Κάθε ανθρώπινο μέλος κοινότητας στηρίζεται στους υπόλοιπους για να ζήσει και η γνώμη και το ατομικό συμφέρον του εξομαλύνεται από την κοινοτική συνύπαρξη. Το κύρος, η αναγνώριση από την κοινότητα οι διατήρηση δεσμών οικειότητας περιορίζουν το πεδίο των πιθανών εγωιστικών δικαιωμάτων. Η αρχή της πλειοψηφίας αναπαράγει την εξόντωση των κοινοτικών δεσμών: εκατομμύρια ξεγυμνωμένων και απομονωμένων ατομικοτήτων, με τον κοινό εχθρό, το δημοκρατικά εκλεγμένο κράτος, να αναλαμβάνει τον ρόλο της εξομάλυνσης των επιθυμιών τους σε μια συμφέρουσα για το ίδιο αλλά ουδόλως κοινή συνισταμένη. 

Η πλειοψηφία είναι μια κατά βάση εξουσιαστική διαδικασία: σε κάθε ανθρωπινη κοινωνική οργάνωση κάθε ποσό εξουσίας που ξεφεύγει από τα αυστηρά όρια του ατόμου και της αυτονομίας του, συσσωρεύεται και στοιχειώνει το κοινωνικό πεδίο. Ετσι, ενώ η διαδικασία της συναινετικής απόφασης με διατήρηση του δικαιώματος ατομικής αυτονομίας, θα καταφύγει στην αυτόνομη -και άρα επικίνδυνη- δράση για την αντιμετώπιση της ακραίας περίπτωσης, η διαδικασία της πλειοψηφίας, χρησιμοποιεί το σύνολο των εξουσιών που αφαιρούνται από τα άτομα, ως μια εξω-ανθρώπινη -και θανατηφόρα- εξουσιαστική δομή, για να υποτάξει το άτομο. Όχι προς όφελος της κοινωνίας, αλλά προς όφελος της ίδιας της εξουσιαστικής δομής

.Ό,τι δυνατότητα αυτοκαθορισμού είχε απομείνει ακόμη στο άτομο από την δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας, η πλειοψηφική εκλογή αντιπροσώπων έρχεται ως δομικό στοιχείο της δημοκρατίας για να το εξαλείψει. Οι αντιπρόσωποι ενσαρκώνουν την συσσώρευση εξουσίας της πλειοψηφίας. Και φυσικά υπόκεινται στις φυσιολογικές διαδικασίες διαφθοράς, σατραπισμού, σαδισμού και συμφεροντολογίας που είναι παρούσες σε κάθε επαφή του ανθρωπου με καθαρή εξουσία. Με λίγα λόγια: όσο καλός και να φαίνεται ο υποψήφιος πριν αναλάβει το πόστο του, είναι αξιωματικά βέβαιο ότι θα καταλήξει να αποτελεί ένα από τα χειρότερα δείγματα του ανθρώπινου είδους πολύ σύντομα.

Ακόμα όμως και να παραβλέψουμε τα προβλήματα τόσο της πλειοψηφικής διαδικασίας, όσο και της φυσιολογικής διαφθοράς του ανθρώπου από την εξουσία, η πλειοψηφική αντιπροσώπευση είναι ανοικτή σε φαινόμενα δημαγωγίας (από πλευράς του αντιπροσώπου, ώστε να εκμαιεύσει την πλειοψηφία) αλλά κυρίως στο αιώνιο και βαθιά ανθρώπινο φαινόμενο της ηλιθιότητας (από πλευράς της πλειοψηφίας). Και ενώ η ατομική ηλιθιότητα σε ανεκτά ποσοστά, δεν επηρεάζει τόσο τη λειτουργία της κοινότητας καθώς ζυμώνεται και εξομαλύνεται, η πλειοψηφική διαδικασία της δίνει τη δυνατότητα να συμπυκνωθεί σε μια σημαντική απόφαση και μάλιστα αμετάκλητη για ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστο 4 χρόνων: αυτό της εκλογής ενός μεγάλου και απίστευτα κακόβουλου μαλάκα.

Βέβαια θα ήταν εθελοτυφλία να υποβιβαστεί ο όλεθρος της εκλογής αντιπροσώπων σε πρόβλημα απλά λάθος διοικούντων. Διότι βέβαια το πρόβλημα ελάχιστα έχει να κάνει με το ποιον των διοικούντων, αλλά με το ίδια την ύπαρξη της διοίκησης. Η ύπαρξη ενός εξωανθρώπινου σώματος εξουσίας δημιουργεί τη δυνατότητα επιβολής κάποιων ανθρώπων πάνω σε κάποιους άλλους. Πιο συγκεκριμένα αυτών που έχουν τη δυνατότητα και τη θέληση να εκμεταλλευτούν και να επηρεάσουν την εξουσία, έναντι αυτών που υπόκεινται τα δεινά της εξουσίας. Η κυβέρνηση υψώνεται πάνω όχι από αυτόνομες οντότητας, αλλά από άτομα που έχουν εκπέσει σε αριθμούς - και χαίρουν ανάλογης αντιμετώπισης.Η δημοκρατική διαδικασία δεν αφήνει στο άτομο παρά μια ψευδαίσθηση απόφασης, πάνω στην οποία χτίζεται άλλωστε η απαραίτητη συναίνεση και, πολύ συχνά, συνενοχή. Και αν σε ένα απολυταρχικό καθεστώς το άτομο ενδέχεται να υψώσει την αυτονομία του και να κινηθεί απελευθερωτικά, στη δημοκρατία η γενικότερη συνενοχή των δημοκρατικών διαδικασιών το κρατάει απαθή, σε ένα αέναο κύκλο παραγωγής και κατανάλωσης.

Αντικειμενικοποιόντας κάτι εξορισμού υποκειμενικό, την ανθρώπινη συνθήκη δηλαδή, η δημοκρατία αποτελεί την ιδανική μήτρα αναπαραγωγής εξουσίας. Και ως φυσικό επακόλουθο, αδικίας, δυστυχίας και καταστροφής.

Το συνολικά ανυπόληπτο της δημοκρατίας αναλαμβάνει να σώσει ένα κομμάτι της αριστεράς -θαυμαστών κατά βάση του αρχαιοαθηναικού τερατουργήματος- ευαγγελιζόμενο αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες και δημιουργίες δομών από τα κάτω προς τα πάνω (grassroot politics). Τοιουτοτρόπως, τα εν δυνάμει επαναστατικά υποκείμενα καλούνται να αναλώσουν την ενεργειά τους σε ομάδες πολιτών και στελέχωση δήμων και κοινοτήτων πιέζοντας για αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης μέσω όμως δημοκρατικών -πάντα- διαδικασιών. Για το οποιοδήποτε τοπικό θέμα δηλαδή -η περίφραξη ενός πάρκου ή η διάνοιξη ενός νέου δρόμου- οι άμεσα ενδιαφερόμενοι αντί για το προφανές τη δημιουργία δηλαδή αυτόνομων συναθροίσεων ή συνελεύσεων και λήψη αποφάσεων για τη δράση, καλούνται να συμμετέχουν σε επιτρποπές, δήμους και λίγο ή πολύ κρατικές δομές ή να συστήσουν επιτροπές. Με λίγα λόγια, να κάνουν οτιδήποτε δυνατό για να παραδώσουν τη δύναμη της αυτόνομης δράσης τους σε κάποια δομή, κάποια οργάνωση.Κατά το δημοκρατικό και -καλά δοκιμασμένο δυστυχώς- παράδειγμα.  Παράλληλα, διάφορες πολυεθνικές και -καθόλου τυχαία- κυρίως διαφημιστικές εταιρείες επιλέγουν το οριζόντιο, αντι-ιεραρχικό μοντέλο λήψης αποφάσεων. Έτσι η συνενοχή αντικαθιστά επάξια τον πειθαναγκασμό, εξασφαλίζοντας μ΄αυτόν τον τρόπο  τη μικρότερη δυνατή εναντίωση.

Κάπως έτσι η αμεσοδημοκρατία και οι κοινότητες γίνονται πιπίλα στο στόμα ενός συρφετού από κοινωνικούς οικολόγους, καστοριδιακούς, περιεκτικούς δημοκράτες και παλιούς καλούς επαγγελματίες αριστερούς πολιτικούς. Και το άτομο, που ως γνωστόν έχει βρεθεί στο επίκεντρο της ιστορίας για να μπορέσει να εκμηδενιστεί καλύτερα, καλείται να ανταλλάξει τη δυνατότητα δράσης και παρέμβασης με το δικαίωμα της -δημοκρατικής- επιλογής. Μιας ακόμα από τις αναρίθμητες του διάχυτου ανούσιου multiple choice της ερήμου της πολιτικής δράσης.

βαρέθηκα, θελω να πάω σπίτι